Τρίτη, 13 Μαρτίου 2018

ΕΠΙΚΥΡΙΑΡΧΟΣ




RENÉ CHAR


ΕΠΙΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

Αρχίζουμε πάντα τη ζωή μας με το που πέφτει κάποιο θαυμάσϊο λυκόφως. Ό,τι αργότερα θα μας βοηθήσει ν’ απαλλαγούμε από τις απογοητεύσεις μας συγκεντρώνεται γύρω από τα πρώτα μας βήματα.
  Η συμπεριφορά των ανθρώπων της παιδικής μου ηλικίας είχε την όψη ουράνιου χαμόγελου που απευθύνεται στη χθόνια ευεργεσία. Χαιρετούσαν το κακό σαν νά ’ταν πταίσμα εσπερινό. Κάποιου μετέωρου το πέρασμα ημέρευε τα πράγματα. Λογαριάζω πως το παιδί που ήμουν εγώ, πανέτοιμο να κατενθουσιασθεί όπως και να πληγωθεί, υπήρξε πάρα πολύ τυχερό. Έχω περπατήσει, φέρ’ ειπείν, στον καθρέφτη ενός ποταμού γεμάτου δαχτυλίδια φτιαγμένα από κουλουριασμένα νερόφιδα και από χορούς πεταλουδών. Έχω παίξει σε κάτι αμπελοπερίβολα, όπου τα εύχυμα και γεραρά γηρατειά βγάζανε καρπούς. Έχω κρυφτεί μες στα καλάμια και μάλιστα υπό την προστασία όντων δυνατών, όπως είναι οι βελανιδιές, συνάμα όμως και ευαίσθητων, όπως είναι τα πουλιά.
  Ο κόσμος αυτός έχει πια πεθάνει δίχως καν ν’ αφήσει ίχνη στο οστεοφυλάκιο. Κάτι απανθρακωμένα απομεινάρια σώζονται μόνο, κάτι πλανώμενες επιφάνειες, μι’ άμορφη ανταλλαγή γρονθοκοπημάτων και το γαλάζιο νερό σε κάποιο μικροσκοπικό πηγαδάκι που το ξαγρύπνησε εκείνος ο σιωπηλός ο Φίλος.
  Η γνωριμία μας από νωρίς εστέριωσε ανάμεσά μας και θέριεψε. Αυτά δεν υπάρχουν πια, συνήθιζα να λέω. Αυτά δεν υπάρχουν, με διόρθωνε. Το δεν με και χωρίς το πια διαχωρίζονταν κανονικά. Με στόμα φιδιού που χαμογέλαγε μου πρόσφερε το ανέφικτό μου, που εγώ πάλι το διαπερνούσα χωρίς να υποφέρω. Πόθεν ετούτος ο Φίλος; Από πού ερχότανε; Αναμφιβόλως από τον λιγότερο ζοφερό, από τον λιγότερο εργατικό των ήλιων. Η ενεργητικότητά του, που την αποτιμούσα μεγάλη, ξεσπούσε σε φτέρες υπομονετικές – για την ελπίδα μου υγρασία. Μα στην πραγματικότητα η ελπίδα μου δεν ήτανε παρά λίγο χιόνι της υπάρξεως, της ανανεώσεως η αγχιστεία. Λάφυρα σωρεύονταν επί λαφύρων κι έφτιαχναν το διάγραμμα του άσπλαχνου γιαλού που θά ’πρεπε μια μέρα αναγκαστικά να περπατήσω. Η καρδιά του Φίλου μου μού χωνόταν στην καρδιά σαν τρίαινα, καρδιά κυρίαρχη μα διασκορπισμένη σε κατακτήσεις που αμέσως εγίνονταν στάχτη, σημειώνοντας ωστόσο εμφαντικά πόσο ο πειρασμός ξεπέφτει δίπλα σ’ όποιον κυριαρχεί και εγκαθίσταται και παραδίνεται. Οι εκμυστηρεύσεις μας δεν θα έχτιζαν εκκλησία· η σιωπή μας, η βαριά βουβαμάρα θ’  ανανέωνε όλες μας τις δυνάμεις.
  Μου έμαθε να πετάω πάνω από τη νύχτα των λέξεων, πολύ πέρα από τη χαύνωση των αγκυροβολημένων καραβιών. Δεν είναι ο παγετώνας αυτό που μας νοιάζει, αλλά ό,τι τον κάνει αορίστως δυνατόν, η μοναχική του εύλογη πιθανότητα να είναι αληθινός. Ήμουν δεμένος γερά με παράφορα μίση – βοηθούσα στην κατανίκησή τους και μετά εγκατέλειπα κάθε προσπάθεια. (Φτάνει να κλείσεις τα μάτια, κι έπειτα κανένας πια δεν θα σε αναγνωρίζει.) Έσερνα τραβώντας έξω από τα πράγματα την όποια ψευδαίσθηση τα ίδια μάς παρέχουν για να προφυλαχτούν από εμάς και τους άφηνα το μερτικό που εκείνα μας παραχωρούσαν. Και είδα ότι ποτέ δεν θα υπήρχε για μένα γυναίκα στην πόλη ΜΟΥ. Η φρενίτιδα των καταρρακτών αθώωνε συμβολικώ τω τρόπω την καλή μου θέληση.
  Έτσι ανηφόρισα όλη την ηλικία της μοναξιάς ίσαμε την εφεξής διαμονή στον ΒΙΟΛΕΤΗ ΑΝΘΡΩΠΟ. Εκεί όμως δεν διετίθετο παρά το στεγνό πιστοποιητικό των φυλακίσεών του, της βουβής εμπειρίας του ως καταδιωκομένου, ενώ εμείς διατηρούσαμε… εμείς… κρατάγαμε στη μνήμη μας τα χαρακτηριστικά του τού δραπέτη.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου